πράξις

ἡ πράξις, εως дело, деяние; польза; взимание налогов

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "πράξις" в других словарях:

  • πρᾶξις — doing fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πράξις — πρά̱ξῑς , πρᾶξις doing fem acc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πράξις — εως, ἡ, ΜΑ βλ. πράξη …   Dictionary of Greek

  • Πραξεῖς — Πραξίς fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πραξίων — Πραξίς fem gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρᾶξι — πρᾶξις doing fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρᾶξιν — πρᾶξις doing fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρῆξιν — πρᾶξις doing fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρῆξις — πρᾶξις doing fem nom sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρήξεσι — πρᾶξις doing fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρήξεσιν — πρᾶξις doing fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.